ανάγομαι


ανάγομαι
ανάγομαι, (να αναχθώ) βλ. πίν. 136
——————
Σημειώσεις:
ανάγομαι : σπάνια η χρήση του αορίστου συνήθως προτιμάται ο παρακείμενος (έχω αναχθεί) και οι τύποι της υποτακτικής (να αναχθώ κτλ.).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνάγομαι — ἀνάγω lead up pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επαναφέρω — (AM ἐπαναφέρω) νεοελλ. 1. φέρνω πίσω, ξαναφέρνω 2. αποκαθιστώ («επανέφερε την τάξη») 3. θέτω εκ νέου, προβάλλω μσν. ζωντανεύω, ανασταίνομαι αρχ. μσν. συνέρχομαι, αναλαμβάνω, ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου αρχ. 1. αναφέρω, αποδίδω κάτι σε κάποιον… …   Dictionary of Greek

  • καταστοιχειούμαι — καταστοιχειοῡμαι, όομαι (Α) ανάγομαι στα στοιχεία μου, είμαι στοιχειώδης («τύπος κατεστοιχειωμένος» στοιχειώδες διάγραμμα, σχέδιο που έχει αναχθεί στα στοιχεία του, Επίκ. στον Διογ. Λαέρτ.) …   Dictionary of Greek

  • κοσμώ — (I) (ΑM κοσμῶ, έω) [κόσμος] 1. στολίζω, εξωραΐζω, προσδίδω κάλλος, διακοσμώ (α. «εκόσμησαν την πόλη με αγάλματα» β. «τριπόδεσσιν ἐκόσμησαν δόμον», Πίνδ. γ. «χαλκοῑς σῶμ ἐκοσμήσανθ ὅπλοις», Ευρ.) 2. μτφ. καλλωπίζω, ομορφαίνω («εὖ μὲν τούσδ… …   Dictionary of Greek

  • προσαναβαίνω — Α [ἀναβαίνω] 1. (κυρίως για πτηνά που ζουν στο νερό) ανεβαίνω ή ανέρχομαι προς ένα μέρος 2. ανέρχομαι επί πλέον, ακόμη 3. αναρριχώμαι («τουτὶ προσαναβῆναι τὸ σικὸν», Πλάτ.) 4. (για ποταμό) πλημμυρίζω επί πλέον 5. ιππεύω επιπροσθέτως 6. μτφ.… …   Dictionary of Greek

  • συνδιαπίπτω — ΜΑ πέφτω ανάμεσα, εμπίπτω μαζί ή ταυτόχρονα με άλλον αρχ. (σχετικά με προγόνους) ανάγομαι σε πολλούς μαζί («εἰς ὅν ἁ τᾱς Ἑλλάδος εὐγένεια ἐν τοῑς μάλιστα συνδιαπείπτει», επιγρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + διαπίπτω «πέφτω ανάμεσα»] …   Dictionary of Greek

  • ανήκω — και πρτ. ανήκα (χωρίς άλλους χρόνους) 1. είμαι κτήμα κάποιου: Το σπίτι αυτό ανήκει σε μένα. 2. είμαι αντικείμενο δικαιώματος ή ευθύνης κάποιου: Πίστευε πως ανήκε πρώτα στην πατρίδα κι ύστερα στην οικογένειά του. 3. ανάγομαι, αναφέρομαι: Αυτά πια… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)